Thursday, January 17, 2008

Απολείπειν ο Θεός Αντώνιον

Του Αγίου Αντωνίου σήμερα ανταποκρίνομαι στην πρόσκληση του φίλου Λιμπρόφιλο και βάζω ένα απο τα αγαπημένα μου ποιήματα. Αν κάποιος έχει διαλέξει το ίδιο ας με συγχωρέσει.
Νομίζω ότι είναι πολύ επίκαιρο.
Μακάρι όλα τα ανθρωποειδή, πρωταγωνιστές των τελευταίων ημερών, να μπορούσαν να το κ α τ α ν ο ή σ ο υ ν...


Σαν έξαφνα, ώρα μεσάνυχτ', ακουσθεί

αόρατος θίασος να περνά

με μουσικές εξαίσιες, με φωνές -

την τύχη σου που ενδίδει πια, τα έργα σου

που απέτυχαν, τα σχέδια της ζωής σου

που βγήκαν όλα πλάνες, μη ανωφέλετα θρηνήσεις.

Σαν έτοιμος από καιρό, σα θαρραλέος,

αποχαιρέτα την, την Αλεξάνδρεια που φεύγει.

Προ πάντων να μη γελασθείς, μην πείς πως ήταν

ένα όνειρο, πως απατήθηκεν η ακοή σου·

μάταιες ελπίδες τέτοιες μην καταδεχθείς.

Σαν έτοιμος από καιρό, σα θαρραλέος,

σαν που ταιριάζει σε που αξιώθηκες μια τέτοια πόλι,

πλησίασε σταθερά προς το παράθυρο,

κι άκουσε με συγκίνησιν, αλλ' όχι

με των δειλών τα παρακάλια και παράπονα,

ως τελευταία απόλαυσι τους ήχους,

τα εξαίσια όργανα του μυστικού θιάσου,

κι αποχαιρέτα την, την Αλεξάνδρεια που χάνεις.


Κωνσταντίνος Π. Καβάφης (1911)

Monday, January 14, 2008

Βαγγέλης Κούτας Χωρίς παραλήπτη (κριτική)

Βαγγέλης Κούτας, Χωρίς παραλήπτη, διηγήματα, εκδόσεις Ψυχογιός, Αθήνα 2007, σ. 244

Σκληρή ελληνική επαρχία

Το πρώτο διήγημα, που δανείζει και τον τίτλο του στο βιβλίο, παραπέμπει απ’ τη θεματολογία του στο προηγούμενο βιβλίο του Β. Κούτα, το μυθιστόρημα Η κραυγή του Ήταυρου. Ο βάλτος, πάντα παρών, να παραπέμπει στο άγνωστο, να προκαλεί τρόμο. Κι έπειτα σχεδόν όλες οι υπόλοιπες ιστορίες περιστρέφονται γύρω απ’ τη σκληρή ζωή στο χωριό: τα στενά όρια της επαρχίας, η φτώχεια, οι περιορισμένες επιλογές και φυσικά οι ανθρώπινες αδυναμίες, οι φόβοι, τα πάθη. Ζωές που κυλούν στο μικρόκοσμο του καφενείου και του χαμόσπιτου σημαδεμένες από τους ακλόνητους ρόλους του αρσενικού και του θηλυκού, ζωές που λόγω του «αυστηρού» περιβάλλοντος ακολουθούν σχεδόν προδιαγεγραμμένες συμπεριφορές. Κι ο χρόνος παίζει: άλλοτε είναι το σήμερα κι άλλοτε λίγες δεκαετίες πίσω, στα δύσκολα χρόνια της επταετίας με την ελληνική χωροφυλακή, τα κυνηγητά των «σημαδεμένων» και το φόβο. Δε λείπει η ιστορία -Το αγροτικό ιατρείο- με τις δεισιδαιμονίες και τους μύθους για τα αερικά και τα χτυκιά που ακόμα και ο παραμικρός οικισμός της χώρας μας έχει από μία. Είναι μια απ’ τις πιο ελκυστικές ιστορίες του βιβλίου με μια υποβλητική ατμόσφαιρα βροχής, υγρασίας και αίσθησης του «ξένου σ’ έναν ξένο τόπο». Όμως θα συναντήσουμε και την απώλεια του φίλου, την ακαταμάχητη γοητεία της παιδικής ηλικίας, την αθωότητα που είναι καταδικασμένη να σβήσει πικρά, και γενικά τις ανθρώπινες υπάρξεις που χωρίζονται καθώς νομίζεις ότι συγκρατούνται– ή μήπως χωρίζονται;- από μια λεπτή κλωστή. Όπως αυτή που μας χωρίζει απ’ το θάνατο.
Είναι φανερό ότι ο Κούτας γνωρίζει πολύ καλά τους χώρους που περιγράφει κι η καθόλου επιτηδευμένη γραφή του κυλάει ανεμπόδιστα, φυσικά. Ο συγγραφέας μπαίνει μέσα στη νοοτροπία και τη σκέψη του απλού, καθημερινού ανθρώπου, αλλά και η Ελλάδα της επαρχίας που βγαίνει μέσα από τις σελίδες του βιβλίου όχι μόνο ζει ακόμα, αλλά αποδεικνύεται και αθάνατη.
Θα θέλαμε μερικά διηγήματα όπως Ο Τσιγγάνος να μην τέλειωναν κάπως απότομα κι άλλα να αναπτυχθούν περισσότερο, αλλά δεν μπορούμε να μη σταθούμε στην ικανότητα του συγγραφέα να αλλάζει γωνίες και θέσεις αφήγησης αποφεύγοντας τη συχνή παγίδα των συλλογών διηγημάτων: της ομοιότητας και του ήδη ειπωμένου. Τίμιο, αληθινό βιβλίο όπως όλα τα προηγούμενα του Β. Κούτα, μιας φωνής που εργάζεται σιωπηλά και καταθέτει τη δική του προσφορά στη σύγχρονη ελληνική λογοτεχνία.
Δημοσιεύεται στο Διαβάζω που κυκλοφορεί

Thursday, January 10, 2008

ΑΡΚ (διήγημα, μέρος δεύτερον)


4
Τρίπολη, κομμωτήριο στο κέντρο της πόλης, Σάββατο 26/5 πρωί.

Η Γιολάντα περιμένοντας να την φωνάξουν για τα μαλλιά της διάβαζε την Athens Voice πού έφερε το μεσημέρι της Παρασκευής απ’ την Αθήνα. Ερχόντουσαν με τον άντρα της κάθε σαββατοκύριακο στην Τρίπολη τουλάχιστον όσο κρατούσαν οι καλές μέρες που τους χάριζε ο φετινός Μάιος. Ξεφύλλιζε βαριεστημένα τις σελίδες όταν το μάτι της έπιασε κάτι γνωστό. Γύρισε πίσω προσπαθώντας να μιμηθεί τις κινήσεις της. Δεν το ξαναβρήκε. Δοκίμασε πάλι και αναγνώρισε τη σελίδα. Ήταν η στήλη «Σε είδα». Άρχισε να διαβάζει τα μηνύματα και το βρήκε. ΑΡΚ 72… Αυτό κάτι της έλεγε. Διάβασε όλη την αγγελία νιώθοντας έναν ανεπαίσθητο εκνευρισμό όπως όταν διαβάζουμε κάτι που μας αφορά.

«Κακιά Σκάλα Κυριακή 13/05 επιστρέφοντας Αθήνα, οδηγούσες μαύρο Fabia ΑΡΚ 72…, εγώ μαύρο Corsa. Αποχαιρέτησες στην Ελευσίνα, είσαι γλυκούλης! corsak@hotmal.com»

Την ξαναδιάβασε. Κι ο λόγος ήταν γιατί εκείνη είχε ένα μαύρο Fabia. Το είχε από τότε που έμενε μόνιμα εδώ, πριν εγκατασταθούν στην Αθήνα. Γι’ αυτό είχε και ΑΡΚ πινακίδες. Κι άρχιζαν από 72. Πόσα αυτοκίνητα είχαν πινακίδες που άρχιζαν από ΑΡΚ 72; Ήταν καλή στα μαθηματικά κι έκανε με τη μία τον υπολογισμό. Μόλις 99. Και πόσα απ’ αυτά να ήταν Fabia; Και μαύρα; Άντε άλλο ένα. Δύο το πολύ.
Μετά σκέφτηκε τη μέρα. Δυο Σαββατοκύριακα πίσω. Ξαφνικά χλόμιασε. Θυμήθηκε καλά τι είχε γίνει πριν από δύο σαββατοκύριακα. Ήταν που εκείνη είχε δουλειά κι είχε μείνει στην Αθήνα, αλλά εκείνος, ο άντρας της, επέμενε να έρθει στην Τρίπολη και δανείστηκε το αυτοκίνητό της. Το θυμόταν καλά γιατί εκείνος δεν είχε επιστρέψει παρά μόνο τα ξημερώματα της Δευτέρας κι εκείνης της είχε πάει η καρδιά στην κούλουρη απ’ την αγωνία.
Χρειάστηκε άλλα λίγα λεπτά να καταλάβει τη δυναμική των γεγονότων. Ο άντρας της είχε γκόμενα, που «αποχαιρέτησε» στην Ελευσίνα και μια άλλη γκομενίτσα τους είδε και τον γούσταρε κι εκείνη σε σημείο να βάλει αγγελία.
Σκέψου, είπε στον εαυτό της. Χειρίσου το έξυπνα. Πιάσ’ τον καλύτερα. Ναι, αυτό έπρεπε να κάνει. Κι έτσι αποφάσισε να στείλει ένα μέιλ τη Δευτέρα το πρωί στη γκομενίτσα με το Corsa. Για να μάθει περισσότερα.

5
Αθήνα, Κηφισίας, γραφεία μεγάλης ιδιωτικής εταιρείας, Δευτέρα 28/5, πρωί.

Το ’πε και το ’κανε. Δευτέρα πρωί ετοίμασε το μέιλ που θα ’στελνε στην «Corsak» υποδυόμενη φυσικά τον άντρα της. Της έγραψε ότι κάτι του θύμιζε το αμάξι της –μα λες να το χάψει;- κι ότι πρέπει να την είχε κοιτάξει κι εκείνος μια δυο φορές, αλλά δε θυμόταν καλά το πρόσωπό της. Όσο για το «αποχαιρέτησες» αυτοσχεδίασε με σκοπό να μην την απογοητεύσει και να συνεχίσει να τη ψαρεύει: Α, στην Ελευσίνα κατέβασα μια ξαδέρφη μου. Έπειτα τη ρώτησε πώς τη λένε και πού μένει και με τρόπο της ζήτησε να τον περιγράψει. Δηλαδή εκτός από γλυκούλης πώς αλλιώς σου φάνηκα; Έπρεπε να το παίξει καλά και να μάθει όσο το δυνατόν περισσότερα.
Σε λιγότερο από ένα λεπτό έφτιαξε μια καινούργια ηλεκτρονική διεύθυνση στο gmail και της το ’στειλε. Δεν πέρασαν ούτε δέκα λεπτά κι εκείνη απάντησε. Μέσα σε δύο ώρες είχαν ανταλλάξει τρία μείλ -φαίνεται η γκομενίτσα δούλευε σε γραφείο κι όλη τη μέρα χαζολόγαγε στο ίντερνετ- βεβαιώθηκε πως επρόκειτο για τον άντρα της-της τον περιέγραψε μια χαρά- κι έμαθε τα πάντα γι αυτή. Ως και το κινητό της έστειλε η λυσσάρα η πιτσιρίκα, γιατί φαινόταν ότι δεν ήταν πάνω από είκοσι πέντε.
Τώρα είχε ό,τι της χρειαζόταν. Αυτή τη φορά δε θα ’κανε πίσω. Δε θα κατάπινε άλλα κερατιάτικα. Τύπωσε τα μέιλ και τα έβαλε στην τσάντα της. Απόψε θα τον έκανε ρεζίλι μπροστά στους καλεσμένους τους. Βλέπεις, δε φτάνει που ο κύριος είχε γκόμενα, είχε και τα τυχερά του στο δρόμο.


6
Αθήνα, παραλία Γλυφάδας, ξημερώματα Τρίτης 29/5

Είχε φύγει απ’ το σπίτι μες στη νύχτα σαν τρελός. Είχε περάσει τη νύχτα στο αυτοκίνητο παρκαρισμένος στην παραλία της Γλυφάδας. Τα χτυπήματα που ’χε δεχτεί ήταν εξοντωτικά.
Το μεσημέρι ήταν η είδηση της ανεύρεσης κι έπειτα το βράδυ η έκπληξη, -όπως την αποκάλεσε η ίδια- της γυναίκας του. Κι όλα κατέρρευσαν.
Το ότι τον είχε κάνει ρεζίλι ήταν το λιγότερο. Όλα είχαν τελειώσει. Θα τον έβρισκαν, όλα είχαν τελειώσει. Η πουτάνα η πιτσιρίκα. Η πουτάνα η μικρή. Όλη τη νύχτα σκεφτόταν τι να ’κανε τώρα. Μια λύση υπήρχε. Απαραίτητη. Κι έπειτα να προσεύχεται να μην προσέξει κανείς άλλος τη γαμημένη την αγγελία στην σκατοεφημερίδα.
Στα τυπωμένα μέιλ που του ’χε πετάξει στα μούτρα μαζί με το απόκομμα της εφημερίδας υπήρχε και το κινητό της πιτσιρίκας. Διάβασε γι’ άλλη μια φορά τι είχε γράψει η γυναίκα του υποδυόμενη αυτόν και την κάλεσε.
Ποιος ξέρει, μπορεί να ’ναι και καλή η μικρή πουτανίτσα σκέφτηκε καθώς άκουσε τον ήχο που καλούσε.

7
Αθήνα, Ζωγράφου, σπίτι Ζωής, Τρίτη 29/5 βράδυ.

Η Ζωή αναστέναξε ευτυχισμένη. Όλα είχαν κυλήσει υπέροχα. Δε θα μπορούσε να φανταστεί καλύτερη εξέλιξη. Και πιο πονηρή, σκέφτηκε και σχεδόν κοκκίνισε.
Πρώτη φορά το έκανε την ίδια μέρα, στο πρώτο ραντεβού. Όμως της άρεσε τόσο! Ήταν τόσο γλυκός, τόσο υπέροχος και… ευγενικός, ναι, κύριος. Της άνοιξε την πόρτα, την άφηνε να περάσει πρώτη. Κι έπειτα… ούτε ήξερε. Ζαλισμένη ευχαρίστα απ’ το κρασί έκλεισε τα μάτια κι ένιωσε τόσο γεμάτη. Ο έρωτας μετά από τόσον καιρό, εξίσου γλυκός, εξίσου τρελός, υπέροχος.
Επιτέλους απολάμβανε αυτό που της είχε πει μια φίλη της. Με μερικούς, ξέρεις, είναι ξεχωριστό, διαφορετικό. Ναι, και μ’ αυτόν που ήταν τώρα στην κουζίνα κι έβαζε ένα ουίσκι ήταν ξεχωριστό.
Έβγαλε ένα τσιγάρο κι άναψε την τηλεόραση. Η φωνή της παρουσιάστριας ήταν παγερή «Βρέθηκε σήμερα το μεσημέρι σ’ ένα οικόπεδο κοντά στην Ελευσίνα το πτώμα της Μαρίας Παπαδοπούλου, 23 ετών, που είχε εξαφανιστεί πριν από δεκάξι μέρες από την Τρίπολη. Η τελευταία φορά που κάποιος είδε την κοπέλα ζωντανή ήταν να κάνει ωτοστόπ στην εθνική οδό Τρίπολης Αθήνας το βράδυ της Κυριακής 13 Μαΐου…»
Ταυτόχρονα μια φωτογραφία γέμισε την οθόνη. Μια ξανθιά κοπέλα με σγουρά μαλλιά…
Της ήρθε σαν κύμα ακόμα πιο έντονο απ’ το κύμα του οργασμού που την είχε συγκλονίσει λίγα λεπτά νωρίτερα.
Σγουρά μαλλιά.
«…όταν εξαφανίστηκε η κοπέλα φορούσε μαύρα ρούχα κι άσπρη κορδέλα στα μαλλιά…»
Μόλις έστριψε το κεφάλι της ένιωσε κάτι υγρό και παγωμένο να πέφτει στα πόδια της. Ήταν το ουίσκι του. Το μύρισε αμέσως, γέμισε όλος ο αέρας γύρω της. Ταυτόχρονα τα χέρια του έκλεισαν γύρω απ’ το λαιμό της.
«Μαλακισμένη, αν δεν έχωνες τη μύτη σου…» τον άκουσε να της λέει κι ένιωσε να σβήνει…


Τέλος

Wednesday, January 09, 2008

ΑΡΚ (ανέκδοτο διήγημα, μέρος πρώτο)

ΑΡΚ…

Του Δημήτρη Μαμαλούκα


1
Εθνική οδός. Κυριακή 13/5 βράδυ.

Η Ζωή οδηγούσε το μαύρο Corsa της βαριεστημένα προσέχοντας κάθε τόσο τα φώτα του μπροστινού της καθώς η τεράστια ουρά των αυτοκινήτων κινούνταν με αργούς ρυθμούς προς την πρωτεύουσα. Ένιωθε κουρασμένη μα περισσότερο την αηδίαζε η σκέψη άλλης μιας εργάσιμης εβδομάδας που ερχόταν. Είχε περάσει ένα μέτριο Σαββατοκύριακο με τους γονείς της και το μικρό της αδερφό.
Καθώς σταματούσε γι’ άλλη μια φορά τον πρόσεξε. Ήταν σ’ ένα μαύρο Fabia και δίπλα του καθόταν μια κοπέλα με σγουρά ξανθά μαλλιά που κάλυπτε μ’ ένα άσπρο μαντήλι. Προχώρησαν λίγο και ξανασταμάτησαν δίπλα δίπλα. Τώρα τον είδε καθαρά. Είχε ωραίο μαλλί κι ήταν ομορφούλης. Εκείνος δεν την πρόσεξε καθώς ήταν γυρισμένος προς την κοπέλα.
Η Ζωή σκέφτηκε μελαγχολικά ότι συμπλήρωνε εννέα μήνες μόνη από τότε που τα χάλασε με το Θοδωρή. Τι ήταν όλη της η ζωή τον τελευταίο καιρό; σκέφτηκε ξαφνικά. Δουλειά και πάλι δουλειά. Κι από έρωτα, από αγάπη -από σεξ γαμώτο!- τίποτα. Μόνο ατέλειωτα τσιγάρα, κινητό, περιοδικά και μια στοίβα αδιάβαστα βιβλία στο κομοδίνο της.
Ξανασταμάτησαν. Ο γλυκούλης με το Fabia στάθηκε λίγο παρακάτω. Τώρα διακρινόταν μόνο το άσπρο μαντήλι της κοπελιάς. Να ’ταν ζευγάρι άραγε; Ποιος ξέρει. Μπορεί, το πιθανότερο, αν κι αυτός χαμογελούσε συνεχώς κάνα δυο φορές που ’χε πιάσει την έκφρασή του. Ίσως είναι συνάδελφοι, γυρίζουν από κάποιο συνέδριο κι εκείνος της την πέφτει. Όπως εκείνης της την έπεφτε ο κεφτές, ο Παπαγεωργίου. Πφφ, μεγάλη φαντασία έχεις Ζωή είπε από μέσα της και αφοσιώθηκε στην οδήγηση. Συνέχισε το ταξίδι αλλάζοντας διάφορα σιντί, μέχρι που στην είσοδο της Ελευσίνας χτύπησε το κινητό της. Είδε ότι ήταν η μαμά της. Προτίμησε να κάνει στην άκρη και να μιλήσει με την ησυχία της. Πριν πατήσει το κουμπί είδε ότι και το μαύρο Fabia είχε σταματήσει λίγο παρακάτω.

2
Εθνική οδός, είσοδος Ελευσίνας. Κυριακή 13/5 βράδυ.

«Πού θα πας τώρα;»
«Κάτι θα βρω, μην ανησυχείς, σ’ ευχαριστώ».
«Πάντως εγώ σε πάω όπου θες…»
«Όχι, όχι σ’ ευχαριστώ».
Άνοιξε απότομα την πόρτα, κατέβηκε βιαστικά κι απομακρύνθηκε με γοργά βήματα.
Το μαύρο Fabia κινήθηκε αργά, υπερβολικά αργά, προς τα στενά της Ελευσίνας.



3
Αθήνα, Ζωγράφου, σπίτι Ζωής. Κυριακή 13/5 βράδυ.

Η Ζωή μπήκε στο διαμερισματάκι της και πέταξε το σάκο στο πάτωμα. Άναψε το θερμοσίφωνα και την τηλεόραση. Αφού τηλεφωνήθηκε με την κολλητή της μπήκε στο ντους. Λίγο μετά με μια πετσέτα στο κεφάλι έφτιαξε να φάει ρύζι και μια σαλάτα. Κάθισε στο μικρό τραπεζάκι της κουζίνας. Πάνω ήταν διπλωμένη μια Athens Voice. Την πήρε κι άρχισε να τη χαζεύει μέχρι που έπεσε πάνω στη στήλη «Σε είδα».
Και τότε της ήρθε η ιδέα.
Να βάλει μια αγγελία να βρει το γλυκούλη με το Fabia.
Στην αρχή γέλασε με την ιδέα. Η αλήθεια ήταν πως τον είχε σκεφτεί άλλες δυο φορές μετά την Ελευσίνα, αλλά δεν τον είδε πουθενά μέχρι που μπήκε στην Αθήνα. Ναι, ήταν γλυκούλης, αναμφίβολα. Και σιγά μην ήταν η κοπέλα του αυτή. Την είδε που κατέβηκε. Ούτε φιλί ούτε τίποτα, απ’ όσο μπόρεσε να διακρίνει δηλαδή.
Και τι να έγραφα; «Είσαι γλυκούλης. Οδηγούσες Fabia. Βράδυ στην Εθνική. Την Κυριακή 13/05. Σε είδα και στην Ελευσίνα». Όχι το τελευταίο. Καλύτερα «αποχαιρέτησες στην Ελευσίνα». Ναι, καλύτερο. Αλλά το «αποχαιρέτησες»; Η αλήθεια είναι πως η κοπέλα κατέβηκε και λίγο μετά εκείνος πήγε από πίσω της μιλώντας της απ’ το παράθυρο. Σίγουρα ήθελε να την πάει μέχρι την πόρτα του σπιτιού της ενώ εκείνη δε θα ’θελε να τον βγάλει κι άλλο απ’ το δρόμο του. Αχ, ιππότης. Πόσο έλειπαν απ’ τη σημερινή μας εποχή αυτοί οι άντρες, ανατρίχιασε ολόκληρη η Ζωή.
Ναι, θα την έστελνε την αγγελία παρόλο που ήταν μεγάλο το τόλμημα γι’ αυτήν. Ναι, θα την έκανε την υπέρβαση. Άλλωστε σιγά μην την έβλεπε ο γλυκούλης. Το Fabia είχε πινακίδες Αρκαδία, πιθανότατα θα έμενε Τρίπολη. Σίγα μην έφτανε η Athens Voice στην Τρίπολη. Α, ας γράψω και την μισή πινακίδα για να είναι σίγουρος ο γλυκούλης μου.
Την ετοίμασε για να τη στείλει την επομένη απ’ το γραφείο.
Στην καλύτερη θα μου στείλει ένα μέιλ ο γλυκούλης, στη χειρότερη κανένας μαλάκας και μερικοί θα βάλουν το μέιλ μου στον κατάλογο που στέλνουν τα σπαμ τους, σκέφτηκε η Ζωή και χαμογέλασε.

(τέλος πρώτου απο τα δύο μέρη. Συνεχίζεται)

Sunday, January 06, 2008

Notti italiane V - La nebbia


Ήμασταν ολομόναχοι στην μεγάλη πλατεία
λίγο πριν το ξημέρωμα
Με ρώτησες αν ξαναγίνονται τα όνειρα, τα νιάτα
αν είχα το κουράγιο, όχι να ζήσω το παρελθόν, αλλά απλώς να το διηγηθώ, να το ξαναθυμηθώ με όλες του τις λεπτομέρειες.
Πρόσεξε, μου είπες
Τα πάντα, ακόμα και τα πιο δύσκολα, εκείνα που σ’ έκαναν να κλάψεις, να φωνάξεις, να ορκιστείς εκδίκηση ή οπισθοχώρηση ή δεν ξέρω γω τι.
Κι εκεί κούνησες το κεφάλι, μπορεί και να χαμογέλασες, δεν ξέρω, δε σε κοίταγα.
Θα ήθελες άλλη μια ζωή, άλλο ένα σώμα, μια καρδιά, μια ψυχή… συμπλήρωσες κι άφησες το μπράτσο μου.
Πάμε να φύγουμε, σου είπα
Πριν μας κυκλώσει ολοκληρωτικά η ομίχλη και χαθούμε για πάντα
Πάμε όσο είναι καιρός
Και καθώς επιστρέφαμε ευχόμουν να είχα πιει πολύ περισσότερο εκείνο το βράδυ.

Labels: ,

Saturday, January 05, 2008

Τι διάβασα το 2007

Ζήλεψα απο την Άννα και τον Λίμπρο κι είπα να γράψω κι εγώ τι διάβασα...


1) Σωτάκης Δημήτρης Ο άνθρωπος καλαμπόκι
2) Μήτσου Ανδρέας Ο κύριος Επισκοπάκης
3) Καμιλέρι Ο ήλιος του Αυγούστου
4) Καμιλέρι Χάρτινο φεγγάρι
5) Κινγκ Η ιστορία της Λίσι
6) Σκαραγκάς Γιάννης Το αινιγματικό βλέμμα του αγγέλου
7) Ματσούκας Κωνσταντίνος Ημερολόγια χρήσης
8) Σπαβέρας Γιάννης Πλωτή σιωπή
9) Βέης Γιώργος Έρωτες τοπίων
10) Τζούταρι Μικέλε Η στοά των αθώων
11) Σιγκουρδαντορ Ίρσα Ο κύκλος του κακού
12) Μπλακ Μπέντζαμιν Ο διπλός θάνατος της Κριστίν Φολς
13) Μπρόντσκι Γιόζεφ Υπερασπίζοντας τον Καβάφη
14) Τόμας Χάρις Το ξύπνημα του κακού
15) Μοδινός Μιχάλης Ο μεγάλος Αμπάι
16) Γκίκα Ελένη Αν μ' αγαπάς μη μ’ αγαπάς
17) Στίβενσον Το νησί των θησαυρών (ξανά)
18) Χύρλιμαν Τόμας Η δεσποινίς Σταρκ
19) Κορτώ Αύγουστος Ο δαιμονιστής
20) Ρέντελ Ρουθ Το ροτβάιλερ
21) Κέλμαν Ντανιελ Η μέτρηση του κόσμου
22) Χαισμιθ Πατρίτσια Πώς να γράψετε ένα μυθιστόρημα
23) Γκίκα Ελένη Αύριο να θυμηθώ να σε φιλήσω
24) Ελληνικά εγκλήματα
25) Εγκλήματα (ξανά)
26) Μπουραζοπούλου Ιωάννα Τι είδε η γυναίκα του Λωτ
27) Θαλασσινός Φώτης Λούπα
28) Τζουνς Ασμολ Ήθαν Το πιο αινιγματικό χειρόγραφο
29) Σέτσινγκ Φρανκ Το σμήνος
30) Κονιδάρης Παναγιώτης Το χειρόγραφο της Πράγας
31) Ντα Σίλβα Ντιέγκο Θέλω να κοιτάζω
32) Περλ Μάθιου Η σκιά του Πόε
33) Μπέλοου Σαμ Το θύμα
34) Χριστουγεννιάτικες αστυνομικές ιστορίες
35) Ραφτόπουλος Βαγγέλης Η δική μου Αμερική
36) Πρέσφιλντ Στίβεν Η ματωμένη εκστρατεία
37) Μανσέτ Το μελαγχολικό κομμάτι της δυτικής ακτής
38) Βόνεγκατ Κερτ Η φωλιά της γάτας
39) Μόσλυ Γουόλτερ Ο διάβολος με το γαλάζιο φόρεμα
40) Κούτας Βαγγέλης Χωρίς παραλήπτη
41) Φασούλας Χρήστος Με λένε μοίρα
42) Ευθυμιάδης Γιάννης Καινός διαιρέτης
43) Πρεβέρ Ζακ Ποιήματα (ξανά)
44) Κουνενής Νίκος Υποκριτικά κείμενα
45) Πόε διηγήματα (ξανά ξανά)
46) Λεκάκη Μαρία Η ζωή μετά το διάβολο
47) Στόλεσεν Γκούναρ Δικός σου ως το θάνατο
48) Μάντης Νίκος Ψευδώνυμο
49) Lucarelli Carlo Tracce criminali

Άλλα απόλαυσα... άλλα έμειναν λίγο στη μέση, μερικά μπορεί και να ξέχασα, έτσι η λίστα θα ανανεώνεται.
(εκείνα που ξαναδιάβασα δεν παίρνουν μέρος στην αξιολόγηση)

Για τα καλύτερα (αυστηρά του δικού μου γούστου) έβγαλα μια τριάδα.
Ως το πιο απογοητευτικό -για μένα, το ξαναλέω- με διαφορά ο Κινγκ με την ιστορία της Λίσι. (περισσότερα εδώ στην παραληρηματική κριτική μου κατακαλόκαιρο)

Τα τρία που μου κράτησαν καλύτερη συντροφιά ήταν: (ασχέτως σειράς)
Η μέτρηση του κόσμου, Η σκιά του Πόε, Τι είδε η γυναίκα του Λωτ

Tuesday, January 01, 2008

Buon futuro...


Ευτυχισμένο το 2008 και το μέλλον γενικά...